Материал из энциклопедии Руниверсалис
Древнегреческий
Морфологические и синтаксические свойства
χείρ
Существительное.
Корень: --.
Произношение
МФА: [kʰe᷄ːr] → [xir] → [çir]
- Аттическое произношение: [kʰe᷄ːr]
- Египетское произношение: [kʰir]
- Койне: [xir]
- Византийское произношение: [çir]
- Константинопольское произношение: [çir]
Пример произношения
Семантические свойства
Значение
- анат. рука (кисть) ◆ εἶπεν ὁ ἐχθρός Διώξας καταλήμψομαι, μεριῶ σκῦλα, ἐμπλήσω ψυχήν μου, ἀνελῶ τῇ μαχαίρῃ μου, κυριεύσει ἡ χείρ μου.Враг сказал: «погонюсь, настигну, разделю добычу; насытится ими душа моя, обнажу меч мой, истребит их рука моя». «Книга Исход», 15:9 // «Септуагинта»
Синонимы
Антонимы
Гиперонимы
Гипонимы
Родственные слова
| Ближайшее родство
|
|
- существительные: χειρουργός, χειρίς, χειρομύλη, χειρονομία, χειραγωγός, χειραμάξιον, χειράς, Χειρίσοφος, χειροήθεια, χειρομύλη, χειρονομία, χειροπέδη, χειροτεχνία, χειρουργία, χείρωμα, χειρῶναξ, χειρωνάξιον, χείρωσις, ἐγχείρησις, ἐγχειρητής, ἐγχειρίδιον, ἐκεχειρία, ἐπίχειρα, ἐπιχείρημα, ἐπιχείρησις, ἐπιχειρητής, προχειρότης, προχειροτονία
- прилагательные: χειροδάϊκτος, χειροδίκης, χειρόκμητος, χειροκρατικός, χειροποίητος, χειρόσοφος, χειροτεχνικός, χειροτονητός, χειροτόνος, χειρουργικός, χειρωτικός, θρασύχειρ, καρκινόχειρες, καρτερόχειρ, ἑλκεσίχειρος, ἑξάχειρ, εὔχειρ, εὐχείρωτος, ὑποχείριος, πολύχειρ, ὀξύχειρ, μακρόχειρ, μαλακόχειρ
- глаголы: χειρίζω, χειροβολέω, χειρομαχέω, χειρουργέω, καταχειροτονέω, ἐγχειρέω, ἐγχειρίζω, ἐπιχειροτονέω, εὐεπιχείρητος, εὐμεταχείριστος, προεπιχειρέω, προχειρίζομαι, συγχειρίζω, συγχειρουργέω, συμμεταχειρίζομαι, συνδιαχειρίζω, συνεπιχειρέω, μεταχειρίζω
|
Этимология
От ??
Фразеологизмы и устойчивые сочетания